Η διακοπή του καπνίσματος είναι ιδιαίτερα δύσκολη (αναφερόμενα ποσοστά επιτυχίας 3-5%), όταν γίνεται μεμονωμένα και με ατομική και μόνο προσπάθεια. Επιπλέον ακόμη και οι λίγοι που τα καταφέρνουν και δηλώνουν αποφασισμένοι να παραμείνουν μακριά από το τσιγάρο, συχνά υποτροπιάζουν. Τα ποσοστά αυτά είναι ιδιαίτερα χαμηλά ακόμη κι όταν υπάρχει ιατρικός λόγος που επιβάλλει τη διακοπή καπνίσματος, όπως στους εμφραγματίες (14 %).

Η μεγάλη δυσκολία στη διακοπή του καπνίσματος δε θα πρέπει να ερμηνευτεί ως αδιαφορία των καπνιστών για την υγεία τους ή ανοησία. Απλά αναδεικνύει ουσιαστικά την εντονότατη ψυχολογική και σωματική εξάρτηση την οποία προκαλεί το τσιγάρο, ώστε όπως όλες οι εξαρτησιογόνες ουσίες απαιτεί όχι μόνο ισχυρότατη βούληση, αλλά  και εξειδικευμένη ιατρική βοήθεια για να επιτευχθεί απεξάρτηση. Έτσι η νικοτίνη ως εξαρτησιογόνος ουσία, όπως και τα ναρκωτικά χρησιμοποιεί συγκεκριμένους φυσιολογικούς μηχανισμούς τους οποίους αν μάθουμε κι εκπαιδευτούμε στο να τους χειριζόμαστε, έχουμε σοβαρές πιθανότητες επιτυχίας.

Η εισπνοή νικοτίνης, η οποία είναι ψυχοτρόπος ουσία, προκαλεί άμεσα σωματικά και ψυχικά συμπτώματα.  Συγκεκριμένα προκαλεί:

  • Ευφορικό συναίσθημα, μεγαλύτερο από αυτό της κοκαΐνης, της μορφίνης και της αμφεταμίνης.
  • Εγρήγορση.
  • Βελτιώνει την ικανότητα προσήλωσης, τις επιδόσεις και την επίτευξη στόχων.
  • Ανακουφίζει από την κατάθλιψη και το άγχος.

Η νικοτίνη συνδέεται με ειδικούς υποδοχείς στον εγκέφαλό μας και χρησιμοποιώντας το Σύστημα αμοιβής του εγκεφάλου μας (Brain reward system), μας κάνει να αισθανόμαστε ηδονή. Δηλαδή η νικοτίνη «κλέβει ως αεροπειρατής» τον έλεγχο αυτού του συστήματος, με αποτέλεσμα τα μικρής έντασης ηδονικά ερεθίσματα που φυσιολογικά λαμβάνουμε από απολαύσεις όπως τροφή, να υποκαθίστανται από υψηλότερης έντασης ηδονικά ερεθίσματα από την νικοτίνη.

Επιπλέον κάθε προσπάθεια διακοπής του τσιγάρου συνδυάζεται με σημαντικά στερητικά συμπτώματα που είναι ιδιαίτερα έντονα και ενοχλητικά (Ευερεθιστότητα, απογοήτευση, θυμός, διαταραχή ύπνου, αϋπνία, αύξηση όρεξης, αύξηση σωματικού βάρους, δυσφορικό ή καταθλιπτικό συναίσθημα, δυσκολία συγκέντρωσης, νευρικότητα, ανυπομονησία, άγχος). Ως αποτέλεσμα ο καπνιστής διακόπτει την προσπάθεια προκειμένου να απαλλαγεί από τα έντονα στερητικά συμπτώματα.

Επίσης όσο καπνίζουμε τόσο αυξάνονται οι υποδοχείς νικοτίνης στον εγκέφαλο. Αυτό οδηγεί σε «Ανοχή» στη νικοτίνη, δηλαδή να απαιτείται μελύτερη δόση νικοτίνης  προκειμένου να νιώσουμε το ίδιο ευφορικό συναίσθημα. Συνάμα μετά τη διακοπή του καπνίσματος απαιτείται χρόνος ώστε αυτοί οι υποδοχείς να μειωθούν και επιπλέον αυτοί που παραμένουν «πάντα θυμούνται το ευφορικό συναίσθημα» κι επομένως εγκυμονεί κίνδυνος υποτροπής.

Σ’ αυτό το σημείο το Ιατρείο του κ. Βασιλακόπουλου μπορεί να βοηθήσει, όχι κάνοντας αντικαπνιστική εκστρατεία και στείρα κινδυνολογία για τις ασθένειες που προκαλεί το κάπνισμα, αλλά παρέχοντας ουσιαστική, οργανωμένη, συστηματική, επιστημονική και συνεχή στήριξη. Έχει υπολογιστεί ότι μόνο 20% των καπνιστών που αποπειρώνται να διακόψουν το κάπνισμα αναζητούν βοήθεια, παρά το ότι αυτό δεκαπλασιάζει την πιθανότητα να τα καταφέρουν. To υψηλό ποσοστό επιτυχίας ερμηνεύεται από το πρόγραμμα υποστήριξης που εφαρμόζονται στο Ιατρείο, όπου συγκεκριμένα:

Οι καπνιστές ενημερώνονται αναλυτικά, επιστημονικά και υπεύθυνα για τις επιπτώσεις του καπνίσματος και τον τρόπο που το κάπνισμα τους έχει δημιουργήσει σωματική και ψυχική εξάρτηση. Επίσης μαθαίνουν ποιά θα είναι τα οφέλη που θα αποκομίσουν μετά τη διακοπή, όσον αφορά την ποιότητα ζωής τους.

Γίνεται ιατρικός έλεγχος όπου διαπιστώνεται τυχόν αναπνευστικό πρόβλημα.

Εφόσον ο καπνιστής συναινέσει και οριστεί κατάλληλη ημερομηνία για την έναρξη της προσπάθειας διακοπής, παρέχεται:

  • Ιατρική παρακολούθηση.
  • Χορήγηση φαρμακευτικής βοήθειας με σπάνιες και μη επικίνδυνες  ανεπιθύμητες ενέργειες, η οποία έχει αποδειχθεί ιδιαίτερα αποτελεσματική, πολλαπλασιάζοντας τα ποσοστά επιτυχίας διακοπής.
  • Ψυχολογική στήριξη, ώστε να ξεκινήσει η διαδικασία της αλλαγής της ζωής του καπνιστή. Kάθε καπνιστής, ανάλογα με την προσωπικότητά του, αντιλαμβάνεται με ποιόν τρόπο χρησιμοποιεί το κάπνισμα και μαθαίνει τρόπους χειρισμού της εξάρτησής του.
  • Διατολογική παρέμβαση για την αποφυγή λήψης βάρους  μετά τη διακοπή του καπνίσματος και τη βελτίωση της ικανότητας άσκησης (υπάρχει συνεργάτιδα διαιτολόγος).
  • Προσέγγιση του καθενός ανάλογα με την ηλικιακή του ομάδα και τους προσωπικούς στόχους  του, ώστε να ερμηνευτούν τυχόν προβλήματα τα οποία δεν είχαν ποτέ συσχετιστεί  με το κάπνισμα (μείωση γονιμότητας, αυξημένη πιθανότητα αποβολών και έκτοπης κύησης σε νέες γυναίκες, σεξουαλική δυσλειτουργία έως ανικανότητα στους άνδρες) και να τονιστούν οφέλη (αισθητικής δέρματος, δοντιών κλπ).
  • Εκμάθηση εύκολων τρόπων αντίδρασης όταν εμφανίζεται αδημονία για κάπνισμα.
  • Συνεχής παρακολούθηση και στήριξη και μετά τη διακοπή του καπνίσματος, ώστε να παγιωθεί το αποτέλεσμα και να μην υπάρξουν υποτροπές.